Τζοτζεφίν Κεντακουμάνα (Μπουρούντι) Ιδιοκτήτρια ψιλικαντζίδικου
«Είδα ανθρώπους να τους καίνε ζωντανούς, να τους ρίχνουν βενζίνη στα αυτιά και να τους σκοτώνουν...»

Hρθα στην Ελλάδα το 1995 από το Μπουρούντι της Αφρικής. Έφυγα εξαιτίας του πολέμου που άρχισε το 1993 ανάμεσα στις δύο φυλές, τους Τούτσι και τους Χούτου. Oι Τούτσι πήγαιναν στις δουλειές των ανθρώπων και έκαναν συλλήψεις. Όπου συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος, όπως στη λαϊκή ή στους δρόμους, έριχναν χειροβομβίδες. Δεν υπήρχε ασφάλεια. O βασικός λόγος που έφυγα; Έβαλαν φωτιά στο σπίτι μας, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουμε να βγάλουμε την άρρωστη γιαγιά μου και να καεί ζωντανή. Τι να πρωτοθυμηθώ; Θυμάμαι και ένα άλλο περιστατικό, που συνέβη κοντά στο ταχυδρομείο όπου δούλευα. Ένας άνθρωπος έτρεχε προς το μέρος μας. Τον έπιασαν, όμως, και με μια τεράστια πέτρα του έλιωσαν το κεφάλι. Τότε είπα ότι πρέπει να φύγω. Στην πόλη τα πράγματα ήταν χειρότερα. Καθημερινά σκότωναν τους ανθρώπους σαν να ήταν ζώα. Βλέπαμε τα πτώματα μέσα στα φέρετρα. Έτσι, πήρα το 8 μηνών μωρό μου και με τον άντρα μου, που δούλευε στο στρατό, πήγαμε στο Ζαΐρ. Το έκαναν πολλοί αυτό. Εκεί ηρεμήσαμε λιγάκι, όμως τα πράγματα εξακολουθούσαν να είναι δύσκολα, γιατί πηγαινοερχόμαστε διαρκώς από το Ζαΐρ στο Μπουρούντι, όπου εργαζόμαστε. Oι Τούτσι ήξεραν την ώρα που φεύγαμε από τη δουλειά και πηγαίναμε στο Ζαΐρ. Μας περίμεναν, λοιπόν, στα σύνορα. Σκότωσαν τον κόσμο στο λεωφορείο. Είπα: «Δεν πάει άλλο». Ψάχναμε τρόπο να φύγουμε. Πήραμε βίζα χωρίς να ξέρουμε πού θα πάμε.
Όταν έφτασες εδώ μόνη σου, τι έκανες;
Όταν ήρθα, βρέθηκα με μια γυναίκα από το Μπουρούντι, η οποία μου έδωσε τη διεύθυνση μιας καθολικής εκκλησίας. Πήγα, λοιπόν, εκεί με το μωρό. Ήμουν χάλια. Με έστειλαν σε κάποιο ξενοδοχείο, στην Oμόνοια. Εκεί έμεινα έξι μήνες. Έπειτα απευθύνθηκα στην οργάνωση Κάριτας, προκειμένου να βρω δουλειά. Μια και ήξερα γαλλικά, με έστειλαν να εργαστώ ως μπέιμπι σίτερ σε μια οικογένεια Γάλλων, στη Βούλα.
Με το παιδί πώς τα έβγαζες πέρα τον πρώτο καιρό;
Το άφηνα σε ένα αφρικανικό σχολείο από το πρωί ως το βράδυ. Ήταν πολύ δύσκολα, όμως δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Έπρεπε να βρω λεφτά. Όταν ήρθε ο άνδρας μου, κρατούσε αυτός το παιδί κι εγώ πήγαινα στη δουλειά. Άλλαζα τέσσερα λεωφορεία, έφευγα το πρωί και γυρνούσα το βράδυ. Κάναμε τα χαρτιά μας, ζητώντας άσυλο. Στην αρχή απέρριψαν την αίτησή μας και μας είπαν ότι έπρεπε να φύγουμε. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ξεκινήσαμε πάλι από την αρχή. Πέρασαν συνολικά πέντε χρόνια ώσπου να μας δοθεί άσυλο.
Βελτιώθηκε η κατάσταση τότε;
Κάποια πράγματα βελτιώθηκαν. Μέσα από τα ειδικά προγράμματα, μας παρείχαν οικονομική βοήθεια και λίγο αργότερα πήραμε μια επιδότηση, οπότε ανοίξαμε αυτό το μαγαζί, το οποίο, όμως, δεν πάει καλά.
Εκτός του ότι είστε ξένοι, το γεγονός ότι έχετε διαφορετικό χρώμα σας δημιούργησε προβλήματα;
Δεν έχουν όλοι την ίδια στάση απέναντί μας, αλλά όταν λες ότι είσαι από την Αφρική, δεν σου δίνουν δουλειά. Δεν σε εμπιστεύονται. Το ίδιο συμβαίνει αν θες να νοικιάσεις σπίτι. Αν είχαμε άλλο χρώμα, τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα.
Υπάρχει κάτι που σου δίνει χαρά εδώ;
Μπορώ να κοιμάμαι χωρίς να σκέφτομαι ότι θα μας σκοτώσουν. Η Ελλάδα έχει ειρήνη, ασφάλεια. Επίσης μου αρέσει πολύ ο καιρός, η θάλασσα... Αλλά εδώ η ζωή είναι αγχώδης. Πρέπει να τρέχω διαρκώς και κάνω τα πάντα, προκειμένου να βρω λεφτά για να ταΐσω το παιδί μου. Κάθε μέρα σκέφτομαι τι θα φάω αύριο, πού θα βρω λεφτά για να πληρώσω το ενοίκιο. Η ζωή μας δεν είναι σίγουρη.
Τι όνειρα κάνεις για το αύριο;
Oνειρεύομαι να βρω δουλειά, γιατί το μαγαζί δεν πάει καλά και ανησυχώ. Να είμαι σίγουρη ότι κάθε μήνα ή κάθε εβδομάδα θα παίρνω ένα συγκεκριμένο ποσό.
Αν αλλάξουν τα πράγματα στην πατρίδα σου, θα ήθελες να επιστρέψεις;
Δεν νομίζω. Έχω τόσο δυσάρεστες αναμνήσεις από φρικτά πράγματα, που δεν θέλω καν να θυμάμαι. Είδα ανθρώπους να τους καίνε ζωντανούς, να τους ρίχνουν βενζίνη στα αυτιά και να τους σκοτώνουν... Πράγματα που με κάνουν να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν κάποιοι να έχουν τέτοια καρδιά.