ΤαμέΪ ΑΪτογκάν (Τουρκία) Ιδιοκτήτρια μίνι μάρκετ

«Πολλοί έρχονται και ψωνίζουν από το μαγαζί μου μόνο και μόνο επειδή είμαι ξένη και ξέρουν ότι έχω ανάγκη».

Eίμαι Κούρδισσα, από την Άγκυρα. Ήρθα το 1991. Με κυνηγούσαν και δεν μπορούσα πια να μείνω εκεί. Τον τελευταίο καιρό, πριν φύγω, έρχονταν κάθε βράδυ, με έπαιρναν, με βασάνιζαν όλη τη νύχτα και με άφηναν το πρωί. Αυτό γινόταν επί δύο μήνες. Είχα «συνηθίσει» πια κάθε νύχτα στη μία να χτυπούν την πόρτα. Έχω κάνει και φυλακή. Στα 16 μου χρόνια (το 1978) έκανα τρεις μήνες φυλακή και το 1980 με φυλάκισαν πάλι για δύο χρόνια.

Είχε και βασανιστήρια μέσα στη φυλακή;

Πάρα πολλά. Βλέπουμε από την τηλεόραση, ακούμε, αλλά αν δεν το ζήσει κανείς, δεν μπορεί να υποψιαστεί καν.

Σας έδιναν ξύλο;

Μακάρι να ήταν μόνο το ξύλο. Κανείς δεν θα ομολογούσε τίποτα. Το χειρότερο για τις γυναίκες είναι ο βιασμός. Θυμάμαι μια φίλη μου που επί σαράντα μέρες τη βασάνιζαν και δεν μιλούσε. Έφεραν, λοιπόν, τον πατέρα της και του είπαν: «Βίασε την κόρη σου». O πατέρας, γνωστός δικηγόρος, φυσικά, δεν έκανε κάτι τέτοιο και η κόρη του αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο. Το θυμάμαι γιατί μας είχαν πάει εκεί για να δούμε ότι το ίδιο θα γινόταν και μ’ εμάς. O δικός μου πατέρας πέθανε 42 χρόνων. Όταν μας έπιασαν, εμένα και την αδερφή μου, έλεγε στους αστυνομικούς: «Αφήστε τις αυτές, πάρτε εμένα». Έπειτα από δύο χρόνια που βγήκα από τη φυλακή, είχε πεθάνει από εγκεφαλικό.

Πώς ήρθες εδώ;

O άνδρας μου ήταν Ελλάδα. Εγώ έκρυβα στο σπίτι μου ανθρώπους που ήθελαν να φύγουν, αλλά κάποια «φοιτήτρια» που φιλοξενούσα ήταν, στην πραγματικότητα, άνθρωπος της αστυνομίας και τα είπε όλα. Τότε άρχισαν τα καθημερινά βασανιστήρια. Μια μέρα ο άνδρας μου ήρθε χωρίς να με ειδοποιήσει. Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου στο δρόμο. Σταμάτησε ένα ταξί, με έβαλε μέσα και με πήγε σε ένα σπίτι. Από εκεί ξεκινήσαμε για να έρθουμε Ελλάδα. Περάσαμε από το Καστελόριζο, με μια φουσκωτή βάρκα, τέσσερα άτομα. Ήταν Γενάρης του 1991. Χειμώνας, κακός καιρός και μόνο ο άνδρας μου ήξερε κολύμπι. Η βάρκα έμπαζε νερά. Το κύμα μας έσπρωχνε πίσω. Τελικά φτάσαμε στην Ελλάδα στις πέντε τα ξημερώματα. Παραδοθήκαμε στην αστυνομία και ζητήσαμε άσυλο. Η πρώτη αίτηση για άσυλο απορρίφθηκε, αλλά ξανάκανα αίτηση όταν έμεινα έγκυος και μου το έδωσαν. Η κόρη μου είναι τώρα 11 χρόνων και πάει στην Α΄ γυμνασίου. Με αυτή έχω και το πιο μεγάλο πρόβλημα: παρ’ ότι γεννήθηκε εδώ, μεγαλώνει εδώ, της έχουν γράψει τουρκική υπηκοότητα. Θέλω να αποκτήσει ελληνική. Με τον κόσμο δεν έχω πρόβλημα. Λένε ότι υπάρχει ρατσισμός, αλλά εγώ προσωπικά δεν τον έχω αντιμετωπίσει. Αν με κοιτάζει κάποιος άσχημα, ξέρω πώς να του μιλήσω και να τον κάνω να ντραπεί. Oι Έλληνες δεν είναι δύσκολος λαός. Ίσα ίσα, εγώ την αγαπάω την Ελλάδα πολύ. Είμαι μια ξένη και σκεφτόμουν ότι ήταν δύσκολο να πιάσει αυτό το μαγαζί. Χρωστάω στον Έλληνα αυτό που έχω. Πολλοί έρχονται μόνο και μόνο επειδή είμαι ξένη και ξέρουν ότι έχω ανάγκη να ζήσω. Αυτό δεν πιστεύω ότι θα γινόταν αλλού.

Αν τα πράγματα άλλαζαν, θα γύριζες πίσω;

Όχι. Γιατί έχω συνηθίσει εδώ. Αν φύγω από την Ελλάδα, η Ελλάδα θα μου λείψει όσο δεν μου έλειψε ποτέ η Τουρκία. Δεν το θέλω όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά κυρίως για την κόρη μου. Έχω οργανώσει τη ζωή μου εδώ. Δεν μπορώ να δώσω μια κλοτσιά σε όλα και να φύγω για κάπου που δεν ξέρω τι θα με περιμένει. Στην Ελλάδα προσπαθώ δυναμικά να παίρνω ό,τι δικαιούμαι. Δεν το βάζω κάτω. Δεν κλαίω εύκολα πια. Έχω βαρεθεί να κλαίω και δεν θέλω πια να κλάψω. Δύο χρόνια τώρα, που άνοιξα αυτό το μαγαζί, δεν κλαίω.

Τι ονειρεύεσαι;

Δεν θέλω πολλά. Oνειρεύομαι η κόρη μου να μπει σε ένα καλό πανεπιστήμιο. Να γίνει μεγάλη, διάσημη. Και να έχω ένα σπίτι. Δεν ονειρεύομαι πλούτη, λεφτά. Δεν τα ονειρεύτηκα ποτέ. Θέλω να είμαι ευτυχισμένη με τους ανθρώπους γύρω μου. Να μην πληγώσω κανέναν. Και να μη με πληγώσει κανένας.