United Nations High Commissioner for Refugees
  • Μέγεθος Κειμένου  Normal size text Increase text size by 10% Increase text size by 20% Increase text size by 30%
  • Εκτύπωση Εκτύπωση
  • Στείλτε το με e-mail Στείλτε το με e-mail
E-mail παραλήπτη *
Το Όνομα σας *
Το e-mail σας *
Μήνυμα
Τα απαιτούμενα πεδία σημειώνονται με *. Οι πληροφορίες που εισάγονται δεν θα χρησιμοποιηθούν για την αποστολή διαφημιστικών η άλλων e-mail, χωρίς προηγούμενη έγκρισή σας, ούτε θα δοθούν σε τρίτους.

Οι μισοί από τους πρόσφυγες παγκοσμίως ζουν σε αστικά κέντρα

No. 47/09

8 Δεκεμβρίου 2009


Γενεύη – Περίπου το 50% από τους 10.5 εκατομμύρια πρόσφυγες που τελούν υπό την εντολή της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες, διαμένουν σήμερα σε μεγάλες και μικρές πόλεις σε όλον τον κόσμο. Τουλάχιστον διπλάσιος είναι ο αριθμός των εσωτερικά εκτοπισμένων και των επαναπατριζόμενων που εκτιμάται ότι ζουν σε αστικά κέντρα.

«Πρέπει να ξεχάσουμε την παρωχημένη εικόνα που θέλει τους περισσότερους πρόσφυγες να ζουν σε τεράστιους καταυλισμούς με σκηνές Ύπατης Αρμοστείας», δήλωσε ο Αντόνιο Γκουτέρες, Ύπατος Αρμοστής του Ο.Η.Ε για τους Πρόσφυγες. «Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι όλο και περισσότεροι πρόσφυγες ζουν σε πόλεις». Ο Γκουτέρες έκανε τις παραπάνω δηλώσεις πριν από την έναρξη του καθιερωμένου ετήσιου «Διαλόγου του Ύπατου Αρμοστή», που φέτος θα επικεντρωθεί σε ζητήματα προστασίας στο πλαίσιο της αστικοποίησης και θα λάβει χώρα  στη Γενεύη στις 9-10 Δεκεμβρίου.

Όπως και 3.3 δισεκατομμυρία άλλων ανθρώπων ανά τον κόσμο, οι πρόσφυγες μετακινούνται σταθερά προς τις μεγάλες πόλεις, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, μία τάση που ενισχύθηκε μετά τη δεκαετία του ‘50. Ο αριθμός των κατοίκων των πόλεων έχει τετραπλασιαστεί στη διάρκεια των τελευταίων 60 χρόνων, από 730 εκατομμύρια το 1950 σε πάνω από 3.3 δισεκατομμύρια σήμερα.

«Τα δικαιώματα των προσφύγων παραμένουν ίδια οπουδήποτε κι αν αναζητήσουν καταφύγιο», δήλωσε ο Γκουτέρες, «ενώ δικαιούνται να απολαμβάνουν και στα αστικά κέντρα την ίδια προστασία και τις ίδιες υπηρεσίες με εκείνες που τους παρέχονταν  στους προσφυγικούς καταυλισμούς».

Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, η πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, Καμπούλ, έχει αυξηθεί πληθυσμιακά κατά 7 φορές από το 2001. Πολλοί από τους νέο-αφιχθέντες είναι παλαιότεροι πρόσφυγες που επέστρεψαν από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ή από το Πακιστάν, ή εκτοπισμένοι οι οποίοι προσπαθούν να ξεφύγουν από τη βία στις αγροτικές περιοχές της χώρας.

Η Μπογκοτά της Κολομβίας αλλά και το Αμπιτζάν της Ακτής του Ελεφαντοστού έχουν δεχτεί εκατοντάδες χιλιάδες θύματα ενόπλων συγκρούσεων που επιβαρύνουν πληθυσμιακά υποβαθμισμένες περιοχές με προβλήματα στην παροχή υπηρεσιών. Στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η Δαμασκός στη Συρία αλλά και το Αμάν στην Ιορδανία προσφέρουν καταφύγιο σε εκατοντάδες χιλιάδες Ιρακινών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους.

Η εμπειρία της Ύπατης Αρμοστείας στις περιοχές αυτές σκιαγραφεί τον αγώνα των προσφύγων να επιβιώσουν στα αστικά κέντρα. Καθώς είναι αναγκασμένοι να ζουν σε πυκνοκατοικημένες φτωχογειτονιές και παραγκουπόλεις, σε συνθήκες ελάχιστης ή και ανύπαρκτης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και κοινωνικές υπηρεσίες, οι περισσότεροι είναι υποχρεωμένοι να βγάλουν τα προς το ζην δουλεύοντας στην παραοικονομία, όπου πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης. Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να μην  προσελκύουν την  προσοχή και προτιμούν να παραμένουν «αόρατοι», εξαιτίας του φόβου της απέλασης. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει το έργο της καταγραφής και του εντιπισμού.

Η άφιξη μεγάλου πληθυσμού βίαια εκτοπισμένων στα αστικά κέντρα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους λιγοστούς κρατικούς πόρους, όπως είναι η παροχή υπηρεσιών υγείας και η εκπαίδευση, ενώ ενδέχεται επίσης να προκαλέσει αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων για την κάλυψη βασικών αναγκών, όπως η τροφή και η στέγη.

Οι πρόσφυγες στα αστικά κέντρα εκτιμάται ότι θα ζήσουν μαζί με τους ντόπιους και τους μετανάστες, οι οποίοι έχουν μετακινηθεί προς τις αστικές περιοχές σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Όλες αυτές οι διαφορετικές ομάδες αντιμετωπίζουν καθημερινά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης σε κοινότητες όπου δεν υπάρχει ούτε καν η στοιχειώδης κοινωνική πρόνοια. Εντονότερη πίεση σε υποδομές και περιβάλλον, στέγαση και κοινωνικές υπηρεσίες, σε κοινότητες που είναι ήδη επιβαρημένες, μπορεί να προκαλέσει εντάσεις μεταξύ του τοπικού πληθυσμού και των προσφύγων, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να δυναμιτίσει ξενοφοβικές τάσεις με καταστροφικά αποτελέσματα.

Σε αυτό το ρευστό και μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η Ύπατη Αρμοστεία έρχεται αντιμέτωπη με την πιο ουσιαστική πρόκληση - πώς να εντοπίσει τους πραγματικούς πρόσφυγες και να τους προσφέρει βοήθεια.

«Αν και πρόκειται για ένα παγκόσμιο ζήτημα, οι συνθήκες διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ανταπόκριση σε τοπικό επίπεδο. Αυτός είναι και ο λόγος που, παράλληλα με το έργο που γίνεται σε κυβερνητικό επίπεδο, υπογραμμίζουμε τον καίριο ρόλο των Δημάρχων και των τοπικών αρχών. Ελπίζουμε  στη συμβολή τους ιδιαίτερα για την οικοδόμηση σχέσεων κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ των προσφύγων και του τοπικού πληθυσμού. Αυτοί μπορούν να κάνουν τη διαφορά», πρόσθεσε ο Γκουτέρες.

Η νέα «Πολιτική για την Προστασία των Προσφύγων και την Εξεύρεση Λύσεων στις Αστικές Περιοχές» της Ύπατης Αρμοστείας καλεί τα κράτη, τις τοπικές και δημοτικές αρχές, τις ανθρωπιστικές οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών να αναγνωρίσουν αυτή τη νέα πραγματικότητα και να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση από τον αυξανόμενο πληθυσμό προσφύγων που διαμένει σε μικρά και μεγάλα αστικά κέντρα ανά τον κόσμο.

« Επιστροφή

URL: www.unhcr.gr/nea/deltia-typoy/2009.html
copyright © 2001-2018 UNHCR - all rights reserved.